Skip to content

Οστεοπόρωση

Οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση είναι χρόνια πάθηση του μεταβολισμού των οστών, κατά την οποία παρατηρείται σταδιακή μείωση της πυκνότητας και ποιότητάς τους, με αποτέλεσμα με την πάροδο του χρόνου να γίνονται πιο εύθραυστα και κατά συνέπεια να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων, ιδιαίτερα στην σπονδυλική στήλη, στην περιοχή του ισχίου αλλά και σε άλλα οστά.
Η οστεοπόρωση εμφανίζεται συνήθως μετά την ηλικία των 50 ετών και είναι πολύ συχνότερη στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες με τη συχνότητά της να αυξάνεται με την πρόοδο της ηλικίας. Διακρίνεται στην πρωτοπαθή οστεοπόρωση , σχετιζόμενη με την εμμηνόπαυση ή την πάροδο της ηλικίας, και στην δευτεροπαθή οστεοπόρωση. Η πιο συχνή μορφή είναι η μετεμμηνοπαυσιακή, η οποία εμφανίζεται σε γυναίκες την περίοδο της εμμηνόπαυσης και είναι αλληλένδετη με τη μείωση οιστρογόνων. Με την πάροδο του χρόνου όμως, η οστεοπόρωση δεν διαχωρίζει τα φύλα και μπορεί να επηρεάσει άνδρες και γυναίκες. Η δευτεροπαθής οστεοπόρωση εμφανίζεται είτε σε ασθενείς με συγκεκριμένες παθήσεις (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτιδα) είτε σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή που περιλαμβάνει κορτιζόνη, αντιεπιληπτικά χάπια κ.α.
Η διάγνωση της οστεοπόρωσης γίνεται με μέτρηση της οστικής πυκνότητας στην οσφυϊκή μοίρα και στο εγγύς άκρο του μηριαίου οστού.
Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη της οστεοπόρωσης είναι το οικογενειακό ιστορικό του ασθενούς, η ηλικία άνω των 50, το γυναικείο φύλο και συνεπώς η εμμηνόπαυση, η λήψη γλυκοκορτικοειδών, η λήψη ηπαρίνης, ο υπερπαραθυροειδισμός, ο υπερθυροειδισμός, το κάπνισμα, το αλκοόλ, η έλλειψη σωματικής άσκησης και η πτωχή διατροφή σε ασβέστιο και βιταμίνη D.
Η κορυφαία οστική μάζα παρατηρείται από 20 – 40 χρονών, μετά τα 40 αρχίζει η σταδιακή μείωσή της οστικής μάζας. Ως ένα σημείο η οστεοπενία, δηλαδή η χαμηλή οστική πυκνότητα, είναι μια φυσιολογική διαδικασία, παράλληλη με τη γήρανση, όπως φαίνεται και στο παρακάτω διάγραμμα.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι όσο πιο υψηλό είναι το μέγιστο της οστικής μάζας που αποκτάται κατά την νεαρή ενήλικη ζωή, τόσο πιο αργή θα είναι η μείωσή της και η πιθανότητα εμφάνισης οστεοπόρωσης και καταγμάτων. Η άσκηση στην παιδική και εφηβική ηλικία βοηθά στην αύξηση της κορυφαίας οστικής πυκνότητας και κατά συνέπεια στην πιο αργή μείωσή της. Αυτό δεν σημαίνει όμως πως δεν μπορούμε να αναστείλουμε την περαιτέρω μείωσή της κατά την οστεοπόρωση ή την οστεοπενία μέσω της άσκησης. Η άσκηση αποτελεί μέθοδο που μπορεί να έχει τόσο προληπτικά όσο και θεραπευτικά αποτελέσματα στην οστεοπόρωση. Το οστό αποτελεί ζωντανό οργανισμό, ο οποίος βρίσκεται σε συνεχή κατασκευή και ανακατασκευή και για τη διατήρηση της σκελετικής υγείας χρειάζεται ισορροπία μεταξύ οστικής απορρόφησης και οστικής δημιουργίας. Η αερόβια άσκηση κατά τη διάρκεια της εβδομάδας, η άσκηση με προοδευτική αύξηση αντιστάσεων 3-4 φορές την εβδομάδα και οι ασκήσεις ευλυγισίας, επιδρούν ευεργετικά στην διατήρηση ή ακόμα και στην αύξηση της οστικής πυκνότητας.

ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

Αναλογιζόμενοι ότι η οστεοπόρωση είναι μια πάθηση πολύ συχνή άλλα που μπορούμε να προλάβουμε, καλό θα ήταν να εντάξουμε καθημερινά στο ημερήσιο διαιτολόγιό μας, επαρκείς ποσότητες ασβεστίου και βιταμίνης D.
Η έλλειψη του ασβεστίου είναι από τις σημαντικότερες αιτίες της οστεοπόρωσης. Ο οργανισμός μας έχει 3 μηχανισμούς διατήρησης σταθερών συγκεντρώσεων ασβεστίου στον ορό. Όταν μειώνεται το διαιτητικό ασβέστιο, έχουμε μείωσή του στον ορό και έτσι ο οργανισμός μας αντλεί ασβέστιο από τα οστά. Αυτό οδηγεί σταδιακά στη μείωση ποιότητας και πυκνότητας των οστών.
Στην μέγιστη απορρόφηση του ασβεστίου συμβάλλει η βιταμίνη D. Συνεπώς είναι πολύ σημαντική η επάρκειά της στην οστεοπόρωση. Άτομα που έχουν έλλειψη δεν απορροφούν το ασβέστιο που παίρνουν με τη διατροφή ή τα συμπληρώματα ασβεστίου. Η βιταμίνη D ανήκει στις λιποδιαλυτές βιταμίνες που σημαίνει ότι ο οργανισμός δεν την αποβάλει μέσω των ούρων, άρα χρειάζεται προσοχή στα ποσά πρόσληψης. Ενδογενώς συντίθεται στο δέρμα υπό την επήρεια του ήλιου. Διαιτητικές πηγές της αποτελούν τα λιπαρά ψάρια, το αυγό, το συκώτι, το βούτυρο, και τα εμπλουτισμένα γάλατα.
Οι απαιτήσεις σε ασβέστιο διαφοροποιούνται κυρίως ανάλογα με την ηλικία του ατόμου.
Η συνιστώμενη ποσότητα πρόσληψης ασβεστίου είναι :

Απορρόφηση ασβεστίου από τα τρόφιμα

Το ασβέστιο δεν απορροφάται όταν καταναλώνουμε όλη την συνιστώμενη ποσότητα σε ένα μόνο γεύμα, γι’ αυτό συστήνεται να είναι αναλογικά κατανεμημένο στα ημερήσια γεύματά.
Καλές πηγές ασβεστίου αποτελούν τα γάλα και τα προϊόντα του, όλα τα τυριά και ιδιαίτερα τα κίτρινα, τα μικρά ψάρια, που μπορούν να καταναλωθούν με το κόκκαλο αλλά και ο σολομός, οι ξηροί καρποί, όπως αμύγδαλα και καρύδια, τα ξερά φασόλια, τα λαχανικά και ειδικά το μπρόκολο και το κινέζικο λάχανο, καθώς και εμπλουτισμένα σε ασβέστιο τρόφιμα όπως τα δημητριακά πρωινού, φυτικά γάλατα κτλ. Η πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων 2 με 3 φορές την ημέρα καλύπτει την μέση ημερήσια ανάγκη σε ασβέστιο.
Τρόφιμα που περιέχουν οξαλικά, όπως το σπανάκι, τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, οι βολβοί, η σοκολάτα, το κακάο, εμποδίζουν την απορρόφηση του ασβεστίου λόγω των οξαλικών που περιέχουν, γι’ αυτό πρέπει να καταναλώνονται σε μέτριες ποσότητες και όχι ταυτόχρονα με τροφές πλούσιες σε ασβέστιο. Επιπλέον, η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ και καφέ αυξάνει την αποβολή ασβεστίου από τα ούρα και εμποδίζει την εναπόθεσή του στα οστά.
Ασθενείς που λαμβάνουν θυροξίνη λόγω υποθυρεοειδισμού, πρέπει να λαμβάνουν γαλακτοκομικά έπειτα από 4 ώρες, λόγω κακής απορρόφησης της θυροξίνης σε συνδυασμό με το ασβέστιο.
Πρόσφατη έρευνα έδειξε επίσης ότι η χαμηλή βιταμίνη C πλάσματος, σε σύγκριση με την επάρκεια, συσχετίστηκε με χαμηλότερη κορυφαία οστική μάζα ισχίου, ιδιαίτερα μεταξύ των μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών χωρίς θεραπεία με οιστρογόνα. Είναι σημαντικό επίσης να θυμόμαστε, ότι η βιταμίνη C συμβάλλει στην καλύτερη απορρόφηση του ασβεστίου, καθώς η παρουσία όξινων ουσιών (πορτοκάλι, λεμόνι) αλλάζει το pH του στομάχου.

Όπως και στις περισσότερες παθήσεις έτσι και στην οστεοπόρωση, η καλύτερη θεραπεία είναι η πρόληψη. Ο συστηματικός έλεγχος, η άσκηση και η διατροφή με επαρκή πρόσληψη ασβεστίου, βιταμίνης D και βιταμίνης C, είναι κύριοι παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη της οστικής μάζας και να συμβάλλουν στη διαχείριση της οστεοπόρωσης.

 

 

ΠΗΓΕΣ
Mangano KM, Noel SE, Dawson-Hughes B, Tucker KL., 2021. Sufficient Plasma Vitamin C Is Related to Greater Bone Mineral Density among Postmenopausal Women from the Boston Puerto Rican Health Study.
World Health Organization, Osteoporosis, 2011.

Πίνακας περιεχομένων

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on email
Share on print
ΑΡΙΣΤΕΑ ΓΑΖΟΥΛΗ

Χημικός - MSc Διατροφή και μεταβολισμός
Απόφοιτη του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ανθρώπινη Διατροφή και το Μεταβολισμό στο Πανεπιστήμιο του Aberdeen. Εργάστηκε ένα χρόνο ως ερευνήτρια στο Rowett Research Institute.